κοπιάζω


κοπιάζω
[кпиазо] р. стараться

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κοπιάζω" в других словарях:

  • κοπιάζω — κοπιάζω, κόπιασα και κοπίασα βλ. πίν. 35 Σημειώσεις: κοπιάζω : η προστακτική αορίστου κόπιασε – κοπιάστε χρησιμοποιείται και ως πρόσκληση σε κάποιον να περάσει, να μπει σε κάποιο χώρο …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κοπιάζω — (Μ κοπιάζω) 1. καταβάλλω κόπο, μοχθώ, κουράζομαι («κόπιασε πολύ για να μεγαλώσει τα παιδιά της») 2. πηγαίνω κάπου νεοελλ. φρ. α) (η προστακτική φιλοφρονητικά) i) «κοπιάστε να φάμε» ελάτε να φάμε ii) «κόπιασε μέσα» πέρασε, έλα μέσα β) (η… …   Dictionary of Greek

  • κοπιάζω — ίασα και κόπιασα 1. καταβάλλω κόπο, κουράζομαι: Κοπιάζει πολύ σ αυτή τη δουλειά. 2. κάνω τον κόπο να μεταβώ κάπου: Κοπιάστε μέσα να σας φιλέψουμε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατακοπιάζω — κοπιάζω πολύ, μοχθώ πολύ («κατακόπιασε για να στήσει την επιχείρηση») …   Dictionary of Greek

  • κάνω — και κάμνω (AM κάμνω, Μ και κάνω) κατασκευάζω, δημιουργώ, φτειάχνω (α. «δεν τήν έκανες καλά τη βιβλιοθήκη» β. «οὐδ ἄνδρες νηῶν ἔνι τέκτονες, οἵ κε κάμοιεν νῆας ἐϋσσέλμους», Ομ. Οδ.) νεοελλ. 1. επιχειρώ κάτι, προσπαθώ ή αρχίζω μια ενέργεια (α.… …   Dictionary of Greek

  • αφου(γ)κράζομαι — και αφαγκράζομαι και αφακράζομαι και αφουκρούμαι 1. ακούω με προσοχή 2. στήνω αφτί, κρυφακούω 3. ακροάζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Οι νεοελλ. τ. αφου(γ)κράζομαι, αφακράζομαι, αφουκρούμαι προήλθαν από το αρχ. επακροώμαι με τις ακόλουθες μεταβολές: επακροώμαι… …   Dictionary of Greek

  • προκάμνω — Α 1. εργάζομαι, κοπιάζω εκ τών προτέρων 2. κοπιάζω για να υπερασπιστώ κάποιον 3. αποκάμνω («μὴ πρόκαμνε τόνδε βουκουλόμενος πόνον», Αισχύλ.) 4. έχω προηγούμενη ασθένεια, πάσχω από κάτι εκ τών προτέρων 5. στενοχωριέμαι εκ τών προτέρων για κάτι.… …   Dictionary of Greek

  • προπονώ — προπονῶ, έω, ΝΑ νεοελλ. 1. προγυμνάζω αθλητή ή αθλητική ομάδα προκειμένου να διεκδικήσει τη νίκη σε έναν αγώνα 2. μέσ. προπονούμαι κάνω προπόνηση αρχ. 1. κοπιάζω προηγουμένως 2. κοπιάζω για χάρη κάποιου ή υπερασπίζοντας κάποιον 3. μοχθώ για να… …   Dictionary of Greek

  • συγκοπιώ — άω, ΜΑ κοπιάζω μαζί με κάποιον άλλο ή άλλους μσν. βοηθώ κάποιον παρέχοντάς του υλική ή και άλλου είδους βοήθεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + κοπιῶ «μοχθώ, κοπιάζω» (< κόπος)] …   Dictionary of Greek

  • συμμογώ — έω, Α (ποιητ. τ.) κοπιάζω μαζί με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + μογῶ «μοχθώ, κοπιάζω» (< μόγος «κόπος, μόχθος»)] …   Dictionary of Greek